μάνα

μάνα
(mana). Λέξη μελανησιακή η οποία χρησιμοποιείται από τη θρησκευτική φαινομενολογία για να καταδείξει μια δύναμη που πιστεύεται ότι υπάρχει στα διάφορα αντικείμενα ή και στα πρόσωπα. Ο όρος εισήχθη στην επιστημονική φιλολογία από τον κοινωνικό ανθρωπολόγο Ρόμπερτ Ράνουλφ Μάρετ (1866-1943), ο οποίος ερμήνευσε το μ. ως μια απρόσωπη δύναμη διαδεδομένη στη φύση και χρησιμοποιήσιμη, κατά ένα μέρος, ως μέσον μαγικών τελετουργιών. Στην αντίληψη αυτή έφτασαν οι πρωτόγονοι άνθρωποι συγκεκριμενοποιώντας κατά κάποιον τρόπο το αίσθημα του, ανάμεικτου με σεβασμό, φόβου που προκαλούσαν οι πιο στοιχειώδης εμπειρίες του υπερφυσικού (δηλαδή εκείνου που φαίνεται στον άνθρωπο ότι ξεπερνά τις δικές του δυνατότητες), όπως έθεσε το θέμα ο Γάλλος ανθρωπολόγος Κλοντ Λεβί Στρος. Η θεωρία αυτή επέφερε επανάσταση στα εξελικτικά σχήματα που επικρατούσαν την εποχή εκείνη, τα οποία τοποθετούσαν στο πιο χαμηλό επίπεδο της θρησκείας τον ανιμισμό (πίστη στα πνεύματα). Τα σχήματα αυτά τροποποιήθηκαν και η αντίληψη περί του μ. θεωρήθηκε ως πρώτη θρησκευτική μορφή (μαγικός προανιμισμός). Στη σύγχρονη εποχή, με την υπέρβαση των εξελικτικών θεωριών οι οποίες στην ουσία είχαν στραφεί στον προσδιορισμό της πιο στοιχειώδους μορφής της θρησκείας, γίνεται συμβατικά δεκτή η έννοια του μ. χωρίς να τίθεται το πρόβλημα της προτεραιότητας απέναντι στις άλλες θρησκευτικές εκδηλώσεις. Στους Μελανησίους, η ενεργή και μυστηριώδης δύναμη η οποία χαρακτηρίζεται με τον όρο μ. αποδίδεται γενικά σε πρόσωπα (αρχηγούς, μάγους, γενναίους πολεμιστές κ.ά.), στις ψυχές των νεκρών και στα πνεύματα. Ο ίδιος ο δημιουργός του κόσμου θεωρείται ότι κατόρθωσε να φέρει εις πέρας το έργο του χάρη στη μεγάλη ποσότητα μ. την οποία διαθέτει. Όλα μπορούν να εξηγηθούν, να γίνουν αποδεκτά και να καθοριστούν πολιτιστικά με την έννοια του μ. Για παράδειγμα, οι αρχηγοί διοικούν επειδή έχουν περισσότερη μ. από τους άλλους, οι Άγγλοι υποδούλωσαν τους Μάορι γιατί διέθεταν περισσότερη μ., ακόμη και οι ιεραπόστολοι προκαλούν ένα γεμάτο σεβασμό φόβο εξαιτίας του μ. τους, και συχνά η ιδέα αυτή οδηγεί τους ιθαγενείς στον χριστιανισμό. Η ιστορικοθρησκευτική συγκριτική μελέτη, ξεκινώντας από τις παρατηρήσεις του Μάρετ, διαπίστωσε παρόμοιες αντιλήψεις και σε άλλους λαούς. Στους Ινδιάνους Σιου της Βόρειας Αμερικής, για παράδειγμα, υπάρχει η λέξη wakan, η οποία εκφράζει μια συγγενή έννοια. Πρόκειται για ένα είδος δύναμης που κυκλοφορεί στο σύμπαν και εκδηλώνεται σε εξαιρετικά φαινόμενα (στη Σελήνη, στον Ήλιο, στις καταιγίδες κ.α.) ή σε μερικά εξίσου εξαιρετικά πρόσωπα, από τα μυθικά πλάσματα έως τους σημερινούς μάγους, ακόμη και στους χριστιανούς ιεραποστόλους. Σε ανάλογη έννοια αντιστοιχούν και οι όροι orenda των Ιροκέζων Ινδιάνων, manitu (προσωποποίηση επίσης ενός υπέρτατου όντος το οποίο ονομάζουν Μέγα Μανιτού ή Μέγα Πνεύμα) των Αλγκονκίνων Ινδιάνων και oki των Ουρώνων Ινδιάνων. Στους όρους αυτούς των πληθυσμών της Βόρειας Αμερικής μπορούν να προστεθούν πολυάριθμοι άλλοι, που μαρτυρούν ανάλογες έννοιες σε διάφορα μέρη του κόσμου. Ενδεικτικές είναι οι λέξεις zemi των ιθαγενών των Αντιλών, megbe των πυγμαίων Μπαμπούτων (Αφρική), ngai των Μασάι (Αφρική), petara των Νταγιάκων (Ασία). Μερικοί ερευνητές προσπάθησαν να ερμηνεύσουν με το μ. ακόμη και μερικές περίπλοκες αντιλήψεις των ανώτερων πολιτισμών, όπως το βράχμαν των Ινδών και το imperium της αρχαίας Ρώμης. Στην πραγματικότητα όμως, η υπερβολική γενίκευση αυτής της αντίληψης περιορίζει την έννοια του μ. σε κάτι εντελώς άσχετο από τον άνθρωπο ή σε έναν καθολικό ορισμό του ιερού, ο οποίος ελάχιστα μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση συγκεκριμένων ιστορικών γεγονότων διαφορετικής φύσεως.
* * *
(I)
η
βλ. μάννα.
————————
(II)
το
εθνολ. (στους λαούς τής Πολυνησίας και τής Μελανησίας) υπερφυσική δύναμη ή ικανότητα που αποδίδεται σε άτομα, πνεύματα ή άψυχα αντικείμενα.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • μάνα — μάνᾱ , μάνα fem nom/voc/acc dual μάνᾱ , μάνα fem nom/voc sg (doric aeolic) μάνᾱ , μάνης cup masc nom/voc/acc dual μάνης cup masc voc sg μάνᾱ , μάνης cup masc gen sg (doric aeolic) μάνης cup masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μάνα — Μάνᾱ , Μάνης cup masc nom/voc/acc dual Μάνης cup masc voc sg Μάνᾱ , Μάνης cup masc gen sg (doric aeolic) Μάνης cup masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάνα — η πληθ. μάνες και μανάδες, η μητέρα (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μανά — μᾱνά , μανός loose neut nom/voc/acc pl μᾱνά̱ , μανός loose fem nom/voc/acc dual μᾱνά̱ , μανός loose fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάνας — μάνᾱς , μάνα fem acc pl μάνᾱς , μάνα fem gen sg (doric aeolic) μάνᾱς , μάνης cup masc acc pl μάνᾱς , μάνης cup masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μάν' — Μάνα , Μάνης cup masc voc sg Μάνα , Μάνης cup masc nom sg (epic) Μάναι , Μάνης cup masc nom/voc pl Μάνᾱͅ , Μάνης cup masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάναν — μάνᾱν , μάνα fem acc sg (doric aeolic) μάνᾱν , μάνης cup masc acc sg (epic doric aeolic) μάνης cup masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μάνας — Μάνᾱς , Μάνης cup masc acc pl Μάνᾱς , Μάνης cup masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μανᾶν — μάνα fem gen pl (doric aeolic) μάνης cup masc gen pl (doric aeolic) μᾱνᾶν , μανός loose masc/fem gen pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μανῶν — μάνα fem gen pl μάνης cup masc gen pl μᾱνῶν , μανός loose fem gen pl μᾱνῶν , μανός loose masc/neut gen pl μανόω make porous pres part act masc voc sg (doric aeolic) μανόω make porous pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) μανόω make… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”